
Από την πρώτη στιγμή, η ανθρώπινη ύπαρξη φανερώνεται ως φως. Μια μικρή κουκκίδα φωτός που αναβοσβήνει ρυθμικά στην οθόνη του υπερήχου. Ένα φως που πάλλεται και μαρτυρεί ζωή. Και αυτή η κουκκίδα δεν είναι απλώς ένα ιατρικό εύρημα , δεν είναι τυχαία, είναι ένα σπουδαίο θεολογικό μήνυμα.
Ο Θεός δεν μας φανερώνει τη ζωή ως σχήμα, αλλά ως φως. Όπως στην αρχή της δημιουργίας, που «είπεν ο Θεός· γενηθήτω φως» (Γεν. 1,3), έτσι και στην αρχή κάθε ανθρώπου, το φως προηγείται των πάντων. Μικρό, εύθραυστο, αλλά αληθινό.
Ο Χριστός είπε: «Εγώ ειμι το φως του κόσμου» (Ιω. 8,12). Και στους μαθητές Του είπε κάτι ακόμη πιο συγκλονιστικό: «Υμείς εστε' το φως του κόσμου» (Ματθ. 5,14). Δηλαδή, το φως δεν είναι ιδέα· είναι τρόπος ζωής. Δεν είναι συναίσθημα· είναι πράξη.
Στην πορεία της ζωής του ανθρώπου το φως αυτό άλλοτε δυναμώνει κι άλλοτε τρεμοπαίζει. Δέχεται ανέμους, σκιές, πληγές. Ο κόσμος δεν είναι φιλόξενος στο φως. Το δοκιμάζει, το πολεμά. Κι όμως, το φως δεν σβήνει εύκολα. Γιατί έχει μέσα του μνήμη Θεού.
Ο άνθρωπος που κρατά ζωντανή αυτή την κουκκίδα φωτός, γίνεται σιγά σιγά φανερός χωρίς να το επιδιώκει. Δεν φωνάζει, δεν διαφημίζεται. Φωτίζει. Όπου υπάρχει ανάγκη, σκύβει. Όπου υπάρχει πόνος, συμπονά. Όπου υπάρχει σκοτάδι, ανάβει ένα κερί. Έτσι γεννιέται το κοινωνικό έργο. Όχι ως υποχρέωση, αλλά ως φυσική κίνηση του φωτός προς τον άλλο. Ο άνθρωπος που βοηθά, δεν χάνει· αυξάνει. Γιατί το φως, όταν μοιράζεται, πληθαίνει. «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων» (Ματθ. 5,16).
Και μαζί του μεγαλώνει η ενσυναίσθηση. Η ικανότητα να βλέπεις τον άλλον όχι ως πρόβλημα, αλλά ως αδελφό. Να αναγνωρίζεις στον ξένο το ίδιο φως που τρεμοπαίζει μέσα σου. Τότε η καρδιά πλαταίνει και χωρά περισσότερη ζωή απ’ όση άντεχε πριν.
Σε κάποιους, το φως ζητά να εκφραστεί με δημιουργία. Με χρώμα, με λόγο, με ήχο, με μορφή. Η καλλιτεχνική πράξη γίνεται προσευχή άφωνη. Μια προσπάθεια να δοθεί σχήμα στο άρρητο. Δεν είναι πολυτέλεια· είναι μαρτυρία ότι το φως δεν φυλακίζεται.
Και πάνω απ’ όλα, το φως αυξάνεται με την αγάπη. Όχι τη ρηχή, αλλά την σταυρωμένη. Εκείνη που συγχωρεί όταν πονά. Που μένει όταν όλοι φεύγουν. Εκείνη που κάνει τον άνθρωπο να μοιάζει με τον Χριστό, «το φως το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα τον άνθρωπον» (Ιω. 1,9).
Και όταν έρθει η ώρα της σιωπής, όταν το σώμα κουραστεί και η φωνή χαμηλώσει, τότε δεν μετριούνται τα χρόνια, ούτε τα κατορθώματα. Μετριέται το φως. Αν η μικρή κουκκίδα έγινε φλόγα. Αν φώτισε έστω και μία ψυχή.
Αν το καλοσκεφτούμε, η ζωή μας κρίνεται τελικά από το αν αυτή η αρχική κουκκίδα φωτός μεγάλωσε ή συρρικνώθηκε. Αν φωτίσαμε έστω και λίγο τον κόσμο γύρω μας. Αν γίναμε φως για κάποιον άλλον που περπατούσε στο σκοτάδι. Και η αιωνιότητα ίσως δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πλήρης φανέρωση αυτού του φωτός, ενωμένου πλέον με το άκτιστο Φως του Θεού. Εκεί όπου η μικρή κουκκίδα γίνεται λάμψη ατελεύτητη.
